DEFTERήΤΕΦΤΕΡΙ BETA
ΛΗΜΜΑ 187 · ΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑ · ΤΟΥΡΚΙΚΑ ΣΕ ΕΛΛΗΝΙΚΑΒΕΡΕΣΕ · VERESİYE
ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

αμανάτι

amanati

ενέχυρο, εχέγγυο (βάζω αμανάτι, ενεχυριάζω)

ΣΤΑ ΤΟΥΡΚΙΚΑ

emanet

emanet

κάτι που εμπιστεύεται κανείς σε άλλον για φύλαξη· φύλαξη αποσκευών

αμανάτιemanet

ΦΟΡΕΣΕ ΤΗ ΛΕΞΗ

Το αμανάτι με μπλε μελάνι και το emanet με κόκκινο, σε μπλουζάκι, τσάντα ή κούπα.

ΤΟ ΛΗΜΜΑ

ΠΟΙΟΣ ΔΑΝΕΙΣΕ, ΠΟΙΟΣ ΔΑΝΕΙΣΤΗΚΕ
Από τα τουρκικά στα ελληνικά
ΑΡΧΙΚΗ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ
αραβική
ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Εμπόριο και χρήμα
ΠΩΣ ΑΛΛΑΞΕ Η ΣΗΜΑΣΙΑ
Τα ελληνικά περιόρισαν τη σημασία σε ενέχυρο, ενώ το τουρκικό emanet σημαίνει κάθε είδους παρακαταθήκη ή κατάθεση.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Αραβικό amāna, εμπιστοσύνη.

ΣΧΟΛΙΑ

Ένας επιμελητής διαβάζει κάθε σχόλιο πριν δημοσιευτεί.

ΠΗΓΕΣ

  1. Nişanyan Sözlük (checked online)

Οι ετυμολογίες ελέγχονται με τα λεξικά και τις μελέτες που αναφέρονται. Ένα λήμμα σφραγίζεται ως εξοφλημένο μόνο όταν έχουν ελεγχθεί και η ελληνική και η τουρκική πλευρά. Η έρευνα για το τεφτέρι συγκεντρώθηκε με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης και ελέγχθηκε από τους επιμελητές.

ΠΩΣ ΝΑ ΠΑΡΑΠΕΜΨΕΤΕ ΣΤΟ ΛΗΜΜΑ

Gold, K. (ed.) (2026) ‘αμανάτι / emanet’, Λημμα 187, Defter ή Tefteri: ένα τεφτέρι κοινών ελληνικών και τουρκικών λέξεων. https://defteritefteri.com/el/w/187-amanati/. Πρόσβαση [ημέρα μήνας έτος].