ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
τζάκι
tzaki
εστία, τζάκι· μεταφορικά, καθιερωμένη αριστοκρατική οικογένεια
ΣΤΑ ΤΟΥΡΚΙΚΑ
ocak
ocak
εστία· μαγειρική εστία· νοικοκυριό· θεσμός, σε παγιωμένες χρήσεις
εστία, τζάκι· μεταφορικά, καθιερωμένη αριστοκρατική οικογένεια
ocak
εστία· μαγειρική εστία· νοικοκυριό· θεσμός, σε παγιωμένες χρήσεις
Το τζάκι με μπλε μελάνι και το ocak με κόκκινο, σε μπλουζάκι, τσάντα ή κούπα.
Ένας επιμελητής διαβάζει κάθε σχόλιο πριν δημοσιευτεί.
Οι ετυμολογίες ελέγχονται με τα λεξικά και τις μελέτες που αναφέρονται. Ένα λήμμα σφραγίζεται ως εξοφλημένο μόνο όταν έχουν ελεγχθεί και η ελληνική και η τουρκική πλευρά. Η έρευνα για το τεφτέρι συγκεντρώθηκε με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης και ελέγχθηκε από τους επιμελητές.
Gold, K. (ed.) (2026) ‘τζάκι / ocak’, Λημμα 152, Defter ή Tefteri: ένα τεφτέρι κοινών ελληνικών και τουρκικών λέξεων. https://defteritefteri.com/el/w/152-tzaki/. Πρόσβαση [ημέρα μήνας έτος].